Fast fashion: Ποιο το περιβαλλοντικό κόστος της μόδας;

Fast fashion: Ποιο το περιβαλλοντικό κόστος της μόδας;

Ο όρος “fast fashion” έκανε την εμφάνιση του στα τέλη της δεκαετίας του ’90 για να περιγράψει ένα φαινόμενο που είχε αρχίσει ήδη να εμφανίζεται από την δεκαετία του ’80 στην Αμερική και να επεκτείνεται σε όλον τον κόσμο: τη γρήγορη τροφοδοσία της αγοράς που θέλει την μείωση του χρόνου σχεδιασμού και παραγωγής.

Αυτό στον κόσμο της μόδας μεταφράζεται ως γρήγορη διαθεσιμότητα των προϊόντων που περιλαμβάνονται στην κολεξιόν κάθε εποχής, η οποία επιτυγχάνεται με την μείωση του κόστους παραγωγής. Με απλά λόγια, οι εταιρείες μόδας προκειμένου να ανταποκριθούν στη μεγάλη ζήτηση (που δημιουργούν οι ίδιες) και στους γρήγορους ρυθμούς της αγοράς, αγνοούν την ποιότητα και επικεντρώνονται στην τελική ποσότητα των προϊόντων τους.

Πώς πετυχαίνουν τόσο μεγάλο κέρδος;

Στη “γρήγορη” συναντάμε το εξής παράδοξο: τα ρούχα είναι φθηνά αλλά οι εταιρείες έχουν τεράστιο κέρδος. Για παράδειγμα, ο ιδρυτής του ομίλου Inditex που περιλαμβάνει brands όπως το Zara, Bershka, Pull & Bear, Stradivarius κλπ και δημιουργός του fast fashion έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο το 2017

Ο Amancio Ortega γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1936 στη León της Ισπανίας και άνοιξε το πρώτο κατάστημα Zara το 1975 μαζί με την γυναίκα του. Fast-forward 44 χρόνια μετά, και η περιουσία του Ortega αξίζει 70 δις δολάρια, καθιστώντας τον, έτσι, τον πλουσιότερο άνθρωπο στον χώρο της μόδας. Πώς έγινε, όμως, δισεκατομμυριούχος ο Ortega πουλώντας φθηνά ρούχα;

Η απάντηση είναι απλή: χαμηλώνοντας το κόστος παραγωγής και αυξάνοντας τον όγκο των πωλήσεων. Το πρώτο κομμάτι ικανοποιείται με την αγορά φθηνών υφασμάτων και πρώτων υλών και την αγορά φθηνής εργασίας. Το δεύτερο μέρος πραγματοποιείται με την συνεχή προώθηση νέων κολεξιόν, έτσι ώστε ο καταναλωτής να νιώθει αναγκασμένος να αγοράσει καινούρια ρούχα για να παραμείνει στη μόδα.

Όλα είναι δομημένα με τέτοιο τρόπο που ο φαύλος κύκλος δεν σταματά ποτέ. Με μια πρώτη ματιά όλα είναι ρόδινα: οι εταιρείες πλουτίζουν και οι καταναλωτές απολαμβάνουν χαμηλές τιμές και τεράστια ποικιλία.

Το πρόβλημα φαίνεται όταν αρχίσει να αναρωτιέται κανείς πώς φτιάχνονται αυτά τα ρούχα.

 

Πώς επιτυγχάνεται η φθηνή παραγωγή;

  1. Τα υφάσματα είναι συνήθως κακής ποιότητας. Έτσι, αγοράζονται πολύ περισσότερες ποσότητες που με τη σειρά τους θα βγάλουν περισσότερα κομμάτια σε ρούχα και αξεσουάρ ρίχνοντας το κόστος. Προτιμώνται συνθετικά υφάσματα και ίνες, τα οποία επί της ουσίας δεν είναι τίποτα άλλο από πλαστικό.
  2. Χρησιμοποιούνται φθηνά χρώματα και ουσίες επεξεργασίας των υφασμάτων με μοναδικό στόχο το τελικό προϊόν να βγει γρήγορα στην αγορά άσχετα από την ποιότητα του.
  3. Μισθώνουν εργάτες ή κάνουν συμφωνίες με εργοστάσια σε αναπτυσσόμενες χώρες προκειμένου να πληρώνουν το ελάχιστο δυνατό τους εργαζόμενους. Έτσι, έχουμε εργοστάσια γεμάτα από γυναίκες και πολλές φορές παιδιά, που δουλεύουν όλη την ημέρα, σε ετοιμόρροπα κτίρια και πληρώνονται μερικά δολάρια τον μήνα, παραμένοντας κάτω από το όριο της φτώχειας.

Οι επιπτώσεις του “fast fashion” στο περιβάλλον

Ακόμα, η βιομηχανία της μόδας παράγει περισσότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από ό,τι όλες οι αερομεταφορές και θαλάσσιες αποστολές μαζί, ενώ ευθύνεται και το 20% των συνολικών λυμάτων και απόνερων στον κόσμο. Επιπλέον, έρευνες δείχνουν πως μετά το πακετάρισμα των προϊόντων και τον κατασκευαστικό τομέα (οικοδομές, κτίρια κλπ), η τρίτη μεγαλύτερη πηγή πλαστικού στον πλανήτη προέρχεται από τα υφάσματα και την κλωστοϋφαντουργία. Ένα ρούχο από εταιρεία “fast fashion” καταστρέφει το περιβάλλον πριν ακόμα παραχθεί, και συνεχίζει να επιβαρύνει τον πλανήτη ακόμα και μετά το τέλος της ζωής του. Συγκεκριμένα:

  • Ναι, μεν, τα περισσότερα υφάσματα είναι συνθετικά, αλλά θα βρείτε και πολλά ρούχα που είναι 100% βαμβακερά. Θυμάστε όμως πως το βασικό χαρακτηριστικό του fast fashion είναι η συνεχής παραγωγή και οι νέες κολεξιόν  κάθε δυο εβδομάδες; Για να υποστηριχθεί η συνεχόμενη παραγωγή, οι αγρότες αναγκάζονται να ποτίζουν χημικά και φυτοφάρμακα τον σπόρο και το βαμβάκι για να μπορεί να αναπτύσσεται και να καλλιεργείται σε γρήγορους ρυθμούς. Αποτέλεσμα η μετάλλαξη των φυτών, η συνεχής ρύπανση από φυτοφάρμακα και η αύξηση καρκίνων σε όσους απασχολούνται στα χωράφια. Περισσότερο από το 90% του βαμβακιού που χρησιμοποιείται στα ρούχα είναι γενετικά μεταλλαγμένο, ενώ τα παρασιτοκτόνα που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες βαμβακιού για το fast fashion φτάνουν το 18% των συνολικών παρασιτοκτόνων που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως.
  • Τα υφάσματα που είναι συνθετικά είναι εξαιρετικά επιβλαβή για το περιβάλλον καθώς αποβάλλουν διαρκώς μικροΐνες/μικροπλαστικά κατά την πλύση, οι οποίες καταλήγουν στα ποτάμια και τις θάλασσες, διασπώνται και καταλήγουν να τρώγονται από τα μικρά ψάρια που τα περνούν για τροφή. Μάλιστα, υπολογίζεται ότι 100,000 ζώα πεθαίνουν κάθε χρόνο στις θάλασσες από τα απορρίμματα πλαστικού, συμπεριλαμβανομένων και των μικροϊνών.
  • Κατά την επεξεργασία των υφασμάτων, τα χρώματα και τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι τοξικά και δημιουργούν τεράστια προβλήματα, όχι μόνο στο τοπικό οικοσύστημα αλλά και στους ανθρώπους που κατοικούν εκεί. Πράγματι, στις περιοχές που λειτουργούν εργοστάσια και δουλεύουν άνθρωποι χρησιμοποιώντας τις παραπάνω ουσίες παρατηρούνται υψηλά επίπεδα μεταλλάξεων και καρκίνων.
  • Ακριβώς επειδή οι εταιρείες fast fashion προωθούν συνεχώς νέες κολεξιόν, τα ρούχα έχουν καταλήξει να είναι προϊόντα μιας χρήσης. Αγοράζουμε πολύ περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε στην πραγματικότητα, γιατί οι τιμές είναι τόσο χαμηλές που το κάθε κομμάτι δεν έχει πλέον αξία. Για παράδειγμα, υπολογίζεται πως το 2014 ο μέσος Αμερικάνος αγόρασε 64 νέα κομμάτια ένδυσης, κάτι που ήταν εφικτό εξαιτίας των χαμηλών τιμών στην αγορά.
  • Το καινούριο παλιώνει σε μόλις δυο εβδομάδες και η χαμηλή τιμή των προϊόντων «επιβάλλει» την αγορά νέων για να αντικαταστήσουμε εκείνα που βάλαμε ελάχιστες φορές και ήδη διαλύονται . Έτσι, εκατομμύρια τόνοι ρούχων καταλήγουν στις χωματερές κάθε χρόνο, όπου και θα μείνουν για πολλά χρόνια πριν διασπαστούν (αν διασπώνται) δημιουργώντας μικροπλαστικά και τοξικές ουσίες στην ατμόσφαιρα μέχρι και το τέλος της ζωής τους. Έρευνα που γνωστοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Copenhagen Fashion Summit δείχνει πως η μόδα ευθύνεται για 92 εκατομμύρια τόνους απορριμάτων στις χωματερές ετησίως. Όσα δεν καταλήξουν στα σκουπίδια δωρίζονται σε φιλανθρωπικές οργανώσεις ή καταλήγουν σε second-hand μαγαζιά. Δυστυχώς, ακριβώς επειδή ο όγκος των ρούχων είναι τόσο μεγάλος, μετά τη διαλογή και επιλογή εκείνων που θα πουλήσουν, τα υπόλοιπα στέλνονται σε αναπτυσσόμενες χώρες όπου και στοιβάζονται πριν καταλήξουν και πάλι στα σκουπίδια ή το περιβάλλον.

 

 

Mary Kokolina

Τελειόφοιτη Δημόσιας Διοίκησης στο Πάντειο & freelance content writer από το 2015, που αγαπά τη μόδα με οικολογική συνείδηση.

Leave a Reply

Close Menu